
Headquake – The weight of forever (Sound Effect Records, 2025)
Με την αφετηρία της πορείας τους να χρονολογείται στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘90 και ένα line–up που φρόντισε να κολλήσει τα πρώτα του ένσημα σε underground σχήματα σαν τους Villa 21, Melting Ashes και Spider’s Web, οι Headquake δικαίως πια λογίζονται ως μια από τις παλιές καραβάνες τις εγχώριας heavy rock σκηνής.
Έντεκα χρόνια μετά το θεσπέσιο Into the spiral θεμελιώνουν ένα ακόμα απολαυστικό, όσο και ποιοτικό δισκογραφικό βήμα. Το The weight of forever στρογγυλοκάθεται πάνω στις νόρμες που οι ίδιοι δημιούργησαν και θεμελίωσαν τα προηγούμενα χρόνια, με τις κιθάρες να έχουν ξανά τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, αυξομειώνοντας το tempo και το groove προς εξυπηρέτηση της βαρύγδουπης heavy rock αισθητικής που ανά σημεία δημιουργεί χώρο και έμπνευση για stoner/grunge εξάρσεις, το ακμαιότατο rhythm section να είναι εκεί για να λειαίνει γωνίες και άκρες με ομοιόμορφη πίεση και στιβαρότητα, ενώ συγχρόνως τα ψυχωμένα φωνητικά κουμπώνουν, όπως πάντα, ιδανικά στο συνολικό αποτέλεσμα. Από πλευράς συνθέσεων, εκτίμησα δεόντως από την πρώτη κιόλας ακρόαση την ανεβαστική και πλούσια, σε συναυλιακά vibes, διάθεση που εκπέμπει το Release me, την ίδια στιγμή που το αργόσυρτο, γκρουβάτο My soul στήνει μια εθιστική, ψυχεδελική παραζάλη που θες να γεύεσαι μόνιμα σε λούπα. Το World as a whole, ωστόσο, εκτός από το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του δίσκου αποτελεί, ασυζητητί, και μια από τις καλύτερες δημιουργίες στην ιστορία της μπάντας. Είναι το σημείο καμπής όπου τα κυάλια στρέφονται προς τον αχανή, καλιφορνέζικο ορίζοντα, εντοπίζοντας εκείνη την κρυμμένη σχισμή που οδηγεί σε μια ανώτερη, τριπαρισμένη διάσταση. Μια διάσταση που θα μπορούσε να εξερευνηθεί με μεγαλύτερη ένταση σε επόμενο δίσκο. Ή και όχι.
Εν κατακλείδι, το The weight of forever ούτε φλερτάρει νοσταλγικά με το παρελθόν, ούτε οραματίζεται το heavy rock του μέλλοντος. Αγγίζει, ζει, αναμετράται με το τώρα. Αφήνει εξαιρετικές εντυπώσεις με την ομοιογένεια και ωριμότητα που αναβλύζει. Πάνω απ’ όλα δείχνει πως δεν έχει να ζηλέψει κάτι από αντίστοιχες δουλειές του εξωτερικού, συχνά, υπέρ το δέον, πολυδιαφημισμένες.
Πάνος Δρόλιας
Jacks Full – Loud Minority (Ouga Booga and the Mighty Oug, 2025)
Στη μια δεκαετία που είναι ενεργοί οι Jacks Full επιχειρούν μεθοδικά και χωρίς υπερβολές να θεμελιώσουν ένα στιβαρό και σταθερό οικοδόμημα. Τώρα πια με το τρίτο τους πόνημα, το Loud Minority, μοιάζει να αναζητούν το κάτι παραπάνω. Η συνεργασία τους με μια δισκογραφική (Ouga Booga and the Mighty Oug) που διαθέτει την απαραίτητη τεχνογνωσία, ο εμφανώς φρεσκαρισμένος ήχος καθώς και η άκρως επαγγελματική παραγωγή, είναι τα βασικά υλικά για να επιτύχουν το σκοπό τους. Εκ του αποτελέσματος μπορούμε να πούμε πως όντως, όλα τα παραπάνω συνέβαλαν ώστε να παραχθεί ένα άρτιο αποτέλεσμα, το οποίο και θα αποτελέσει το διαβατήριο για να ταξιδέψει η μουσική τους σε μεγαλύτερα κοινά. Το άλμπουμ ξεκινάει αρκούντως δυναμικά, με το καταιγιστικό “Black Sheep” στο οποίο συναντάμε για πρώτη φορά ”επιθετικά” φωνητικά. Οι εντάσεις διατηρούνται ψηλά με το ρυθμικό “Ambition” και τα “ξέχειλα” από ενέργεια “Free From the Puppet String” και “Copium”. Από εκεί και πέρα το σχήμα προσθέτει περισσότερη ποικιλία στην παλέτα τους επενδύοντας άλλοτε σε blues ηχοχρώματα (“Godskin”), σε mid tempo ταχύτητες (“Loud Minority”), ακόμα και σε ξεκάθαρα μελωδικές συνθέσεις (“Stay”). Αυτό που ακούμε συνολικά είναι μια μπάντα που πατάει γερά στο heavy rock, αλλά την ίδια στιγμή έχει αφομοιώσει τον μοντέρνο hard rock ήχο, κοιτώντας ταυτόχρονα στο παρελθόν, αντλώντας έμπνευση από το grunge, την ψυχεδέλεια και το blues. Στο εκτελεστικό κομμάτι τα πάντα βρίσκονται στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο, με τα παιξίματα της κιθάρας, δια χειρός Νίκου Σπάθα (με όνομα βαρύ σαν ιστορία), να αποτελούν την κορωνίδα. Ίσως να ενίσχυε ακόμα περισσότερο το τελικό αποτέλεσμα μια πιο σφιχτή διάρκεια και μια διαφορετική διάταξη των συνθέσεων για καλύτερη ισορροπία μεταξύ έντασης και μελωδίας. Λεπτομέρειες θα πει κάποιος, και έτσι είναι καθώς η γενική εικόνα δεν αλλάζει, το Loud Minority είναι ένας καλοφτιαγμένος σύγχρονος rock δίσκος.
Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος

Honeybadger – Let There Be Light (Sodeh Records, 2025)
Θα έλεγε κανείς ότι η χρονιά που φτάνει σιγά σιγά στο τέλος της μας έδωσε μια πληθώρα καλών κυκλοφοριών στην εγχώρια σκηνή. Είναι άλλωστε γνωστό, στη μετά Covid εποχή η δραστηριότητα των ελληνικών συγκροτημάτων έχει φτάσει σε άλλα επίπεδα. Έτσι λοιπόν, μέσα σε αυτόν τον ωκεανό μουσικής, οι Honeybadger επιστρέφουν με το Let There Be Light, έτοιμοι να ξαναγράψουν την προσωπική τους μουσική ιστορία.
Σε αυτό το δεύτερο άλμπουμ, από τις πρώτες κιόλας νότες, δίνεται η εντύπωση ότι το συγκρότημα θα επιχειρήσει με έναν διαφορετικό τρόπο να προσεγγίσει τον ήχο με τον οποίο συστήθηκε στο κοινό. Λιγότερο jam, μετριασμένη επιθετικότητα και μια αίσθηση ότι όλα έχουν μπει σε μια τάξη. Όχι δεν έγιναν κυριλέ, αλλά η κλισέ λέξη ωριμότητα περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο την κατάσταση της μπάντας. Ακούγοντας ξανά και ξανά τον δίσκο, μου δίνεται η εντύπωση ότι και το τετραμελές σχήμα βρίσκεται εκεί ακριβώς που θέλει. Νιώθει άνετα μέσα σε αυτό το slow pace heavy rock που καταπιάνονται. Και όταν οι ρυθμοί αρχίζουν να ανεβαίνουν από το “Filth And Disorder” τα πράγματα βρίσκονται ξανά εκεί που πρέπει. Το “The Green” είναι η απόδειξη της προηγούμενης δήλωσης. Γεμάτες ντόπες παρελθόντος με έναν επιβλητικό Δημήτρη Βαρδουλάκη ο οποίος κλέβει φωνητικές γραμμές από τους θεούς του heavy rock, κάνει ένα μείγμα και μας δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία.
Κατά τα τας γραφάς το Let There Be Light είναι σίγουρα μια (νέα) αρχή, που περιέχει όμως συμπυκνωμένη όλη τη γνώση του παρελθόντος. Ο ραφιναρισμένος ήχος και τα έξυπνα περάσματα με τις ισορροπημένες δυναμικές και τα bluesy στοιχεία, επιτελεί άνετα τον σκοπό για τον οποίο το άλμπουμ είναι προορισμένο. Ο οποίος δεν μπορεί να είναι άλλος από το soundtrack μιας απογευματινής τσάρκας στους πηγμένους δρόμους της πρωτεύουσας. Να σε ηρεμεί όταν νευριάσεις, και να σε τσιτώνει όταν πάει να σε πάρει ο ύπνος στο φανάρι.
Νίκος Ζέρης










